- ἐπίκαυτος
- ἐπί-καυτος, an der Spitze angebrannt
Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.
Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.
επίκαυτος — ἐπίκαυτος, ον (Α) ο καμένος στην άκρη («ἀκοντίοις δὲ ἐπικαύτοις χρεώμενοι», Ηρόδ.). [ΕΤΥΜΟΛ. Ρηματικό επίθετο σε τος τού ρ. επικαίω] … Dictionary of Greek
ἐπίκαυτον — ἐπίκαυτος burnt at the tip masc/fem acc sg ἐπίκαυτος burnt at the tip neut nom/voc/acc sg … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
ἐπικαύτοισι — ἐπίκαυτος burnt at the tip masc/fem/neut dat pl (epic ionic aeolic) … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)